Τετάρτη 9/12 : Τραγούδια από τον 2ο όροφο
Πέμπτη, Δεκέμβριος 03, 2009
Roy Andersson - Εσείς, οι ζωντανοί
«Εσείς οι ζωντανοί». Μια πραγματικά αντισυμβατική δραματική κωμωδία.Ο Άντερσον ''συνθέτει'' μια εφιαλτική και όμως... ρεαλιστική πραγματικότητα μέσω των ονείρων των ηρώων στα σαφώς ορισμένα κάδρα του υπό τον ήχο του τρομπονιού , τους φυσικούς ήχους των κεραυνών και των ήχων των αεροπλάνων μετά από ... πολεμική επιδρομή.
Με το ισοπεδωτικά ευφυές χιούμορ της, η ταινία αυτή προβάλλοντάς μας τους εφιάλτες και τα όνειρα διαφορετικών ανθρώπων αναπαριστά τέλεια τη δυστυχία που ελλοχεύει στις ζωές μας, χωρίς όμως να κουράζει το θεατή. Οι ‘ζωντανοί’ του Ρόι Άντερσον είναι κωμικοτραγικές φιγούρες ενός κοινωνικοπολιτικού συστήματος δικαστικής, νομοθετικής και στρατιωτικής εξουσίας, που ενώ εγγυάται ευημερία, όπως στη Σουηδία, εν τέλει νομοτελειακά απομυζεί και αλλοτριώνει, λόγω της τεχνοκρατικής , και εντελώς αποξενωμένης από το ανθρώπινο στοιχείο, φύσης του. Ο άνθρωπος όταν δεν παράγει, δεν δημιουργεί. Κι ακόμη κι όταν η εργασία του είναι ενταγμένη στην αλυσίδα της παραγωγής, αλλά στα πλαίσια ενός συστήματος όπου η συμμετοχή του στην παραγωγή είναι αποκομμένη από το αποτέλεσμά της,τότε το στοιχείο της δημιουργίας, που έχει εξορισμού απελευθερωτικό χαρακτήρα για τον άνθρωπο εκμηδενίζεται, και τελικά ο άνθρωπος σταδιακά αλλοτριώνεται.
“Tomorrow is another day” είναι μια φράση που επαναλαμβάνεται πολύ συχνά στην ταινία. Επαναλαμβάνεται μηχανικά, γίνεται και αυτή κομμάτι μιας ρουτίνας, και φαντάζει έτσι ως κάτι το οξύμωρο. Για τους ήρωες του Ρόι Άντερσον ακόμα και τα όνειρα ή οι εφιάλτες τους, ενώ αποτελούν έκφραση του φόβου τους ή της ανάγκης τους για διαφυγή, τους ωθούν στη μιζέρια και την παραίτηση, στην απόλυτη ''υπαρξιακή'' αδράνεια. Το όνειρο εδώ χάνει το ''μπονιουελικό'' του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε κάτι που προσεγγίζει την πραγματικότητα, ίσως σε μια πιο αληθινή και αυθεντική αναπαράστασή της. Ακόμα και η τέχνη και οι αισθήσεις εδώ έχουν αλλοτριωθεί, εκμηχανιστεί, πάψει (όπως και τα όνειρα) να είναι εκδηλώσεις αντικομφορμισμού και ελευθερίας : προσέξτε τον τρόπο που παίζουν μουσική οι ήρωες και από την κυνική συμεπριφορά δύο ''φιλότεχνων'' σε ένα ηλικιωμένο εργαζόμενο.
Και μόνο ο τίτλος προδίδει την αποστασιοποίηση του σκηνοθέτη από τους ήρωες της ταινίας του, οι οποίοι είναι ως επί το πλείστον μικροαστοί, παγιδευμένοι στην ίδια τους τη μιζέρια και παραίτηση από τη ζωή. Η αποστασιοποίησή του αυτή εκφράζεται δημιουργικά και από τη σκηνοθετική του προσέγγιση. Τα πλάνα του είναι αποστασιοπιοημένα, μηχανικά, σταθερά και ακίνητα. Προσδίδουν μια συνολική και ομογενοποιημένη ''εικόνα'' και ένα στοιχείο καταγραφής και παρατήρησης (στοχεύουν στο να μας θέσει στο ρόλο του παρατηρητή) . Η κάμερα δεν εστιάζει σε πρόσωπα, δεν ακολουθεί τις κινήσεις των ηθοποιών παρά σε ελάχιστα σημεία, όπου είναι απολύτως απαραίτητο. Οι ήρωες είναι όλοι ίδιοι επί της ουσίας γιατί όσο και αν διαφέρουν οι αναζητήσεις ,τα μέσα και οι τρόποι εκδήλωσης της ψυχοσυναισθηματικής τους κατάστασης, συνθέτουν απλώς ένα διαφορετικό πορτρέτο του ίδιου προσώπου. Όπως είπε και ο ίδιος ο Άντερσον «Η ταινία μου σπάει την κλασσική αφηγηματική δομή, με σκοπό να αναπτύξει ένα μωσαϊκό πεπρωμένων…».και αυτό ακριβώς κατορθώνει, δημιουργεί ένα ομογενοποιημένο μωσαΪκό ανθρωπίνων καταστάσεων στο οποίο οι ήρωες χάνουν τη μοναδικότητα της υπαρξής τους.
Τα πανέμορφα (στα πλαίσια του γκροτσέσκ) κάδρα , η πολύ φροντισμένη φωτογραφία της ταινίας, σε συνδυασμό με την τάξη και την αρμονία που διέπει τα πλάνα έρχεται σε αντίθεση με την εσωτερική δυσαρμονία των ανθρώπων και την αταξία που συνολικά επικρατεί.
Και το τέλος της ανατρεπτικής αυτής ταινίας επεισέρχεται με μια ακόμα ανατροπή. Ως από μηχανής θεός , έρχεται μια ''πολεμική επιδρομή'' , μια δράση ενάντια στην περιρέουσα αδράνεια, κάτι που υποννοείται πως όλοι κοιτούν από τα παράθυρά τους (φαινομενικά με αγωνία αλλά κατά βάθος με προσμονή!)
Άλλωστε όπως εύλογα το έθεσε και ο δημιουργός σε συνέντευξη του: «Πως ξοδεύουμε το χρόνο μας στη Γη; Δείχνω παραδείγματα ανθρώπινης συμπεριφοράς και ελπίζω το αποτέλεσμα να είναι χιουμοριστικό. Όμως οι εξιστορήσεις μου είναι το ίδιο λυπηρές, γιατί η ίδια η ζωή είναι το ίδιο τραγική διότι όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα. Προς το τέλος της ζωής μας μπορεί να συνειδητοποιήσουμε τα λάθη μας. Το φιλμ δεν θέλει να κάνει τους θεατές να νιώθουν ένοχοι, απλά τους προσκαλεί να αναρωτηθούν πως θα περάσουμε τον προσωπικό μας χρόνο… Αυτή η ταινία μου διαπραγματεύεται πιο απτά ερωτήματα όπως: πως συμπεριφερόμαστε στους άλλους. Η ταινία διαθέτει 50 αλλόκοτες σκηνές με χαρακτήρες που επαναλαμβάνονται συχνά σε μπουρλέσκ καταστάσεις. Το «Υou The Living» αποτελεί μια φάρσα για την ανθρώπινη κατάσταση. Το χιούμορ μας σώζει από την πολυπλοκότητα της ζωής».
Η ταινία αυτή είναι μια «φάρσα», ένας .. «βομβαρδισμός» ενάντια τους θεσμούς και τα συστήματα που μας καταπιέζουν και τελικά ενάντια τους εαυτούς μας.
Πέτρος - Φρίντα – Χάρης – Χριστόφορος
The Big Lebowski
The Big Lebowski
Μία ηθογραφία της σύγχρονης Αμερικής
Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι προϋποθέτει την ύπαρξη ενός Μικρού Λεμπόφσκι. Μεγάλος και μικρός όμως σε τι; Είναι εξίσου εύκολο να πούμε ότι Μεγάλος Λεμπόφσκι είναι ο φαινομενικά πανίσχυρος και Μικρός το ρεμάλι ή ότι Μεγάλος είναι ο «Μάγκας» (the Dude) και Μικρός ο μοναχικός, δειλός και δήθεν πλούσιος. Αυτό καθορίζεται από τον τρόπο που βλέπουμε και κρίνουμε τα πράγματα -από την οπτική μας. Και στις ταινίες των αδερφών Κόεν αυτή η οπτική είναι ο δικός τους μοναδικός κι απίστευτα σαρκαστικός τρόπος που βλέπουν τη σύχρονη αμερικάνικη κοινωνία.
Ένα χαρακτηριστικότατο συνήθειο των «μικρών» (ή «μεγάλων» μήν ξαναλέμε τα ίδια) αυτής της κοινωνίας, δηλαδή των αποκαλούμενων αλητών ή τελειωμένων ή κουρελιών ή λούμπεν ή ρεμαλιών ή τεμπελόσκυλων ή απλά «χαλαρών» νέων και άλλα πολλά, είναι η μόνιμη χρήση μεταξύ τους της λέξης Dude (μάγκα ή κολλητέ ή φίλε ή ψηλέ, μάλλον δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία με ελληνική λέξη). Σαν να είναι κάτι που τους χαρακτηρίζει όλους άλλα και κάτι που όλοι θέλουν από τους γύρω τους (εξού και το Undude που χρησιμοποιείται στην ταινία χαρακτηρίζοντας τον μή χαλαρό ή τον μη ξηγημένο) ώστε να αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις «χαλαρά...». Στην ταινία η λέξη Dude αποκτά σάρκα και οστά, χωρίς υπερβολή, και έχουμε για πρώτη φορά έναν ήρωα (πιο αντι-ήρωας δεν γίνεται) που αυτοσυστήνεται ώς Dude.
Πρώην χίπης, αλκοολικός και χασικλής, ειρηνιστής και τεμπελχανάς, καλοπερασάκιας και παράσιτο, άεργος κι όχι άνεργος, νοιάζεται και υπομένει… Ανέχεται τα πάντα. Αυτός είναι ο Dude. Η αστειότητα συνυπάρχει με την τραγικότητά του. Είναι από μόνος του ένα σατυρικό στοιχείο. Αυτό είναι και το βασικό χαρακτηριστικό της ταινίας και της λογικής που έχουν οι Κόεν. Το πώς οι αστείες καταστάσεις και ατάκες και τα αστεία πρόσωπα, κρύβουν αλλά τελικά αποκαλύπτουν την τραγικότητά τους, τα αδιέξοδά τους, την ανυπαρξία τους. Το πώς η κωμωδία τους είναι στην ουσία της δράμα.
Ακόμη τραγικότερη φιγούρα είναι ο κολλητός του Dude: ψυχωτικός βετεράνος του
Βιετνάμ, περήφανος και πληγωμένος, απόλυτος αλλά ευαίσθητος και κρυφοφασίστας. Φτιάχνει δικούς του κανόνες για τη δική του ισορροπία και νιώθει την ανάγκη να είναι υπεύθυνος. Είναι ο Αμερικάνος που πολέμησε στο Βιετνάμ κι είδε τους φίλους του να σκοτώνονται, για να μπορεί να απολαμβάνει τον καφέ του στο μπαρ, όπως αυτός γουστάρει, και που πάντα κουβαλάει κι ένα όπλο (εξάλλου είναι νόμιμο) για να μπορεί να επιβάλλεται. Καμία σχέση με τον Dude, κι όμως κολλητοί. Σαν παντρεμένο ζευγάρι. Συνεχώς μαλώνουν αλλά σταθερά νοιάζονται ο ένας για τον άλλο. Και πάντα ο ένας παρασέρνει τον άλλο στη βλακεία του. Ο εγωιστής κι ο ανεκτικός. Ο ενεργητικός κι ο παθητικός. Ο «ψευτοεβραίος» στρατόκαυλος κι ο άθεος (?) χίπης. Προσέξτε επίσης ότι τελικά δεν βλέπουμε κανέναν από τους δύο την ώρα που παίζει bowling, παρόλο που όλα γίνονται γύρω από αυτό.
Τρίτη ρόδα στο όχημα της παράνοιας ο πραγματικά ηλίθιος και πάντα καλοπροαίρετος και αφελής Ντόνι. Μακράν το πιο αμέτοχο και τραγικότερο πρόσωπο στο έργο, με την πιο αδύναμη προσωπικότητα. Οι μόνες στιγμές που «πράττει» είναι οι στιγμές ρίψης στο bowling (πρέπει να γίνει ξεχωριστή ανάλυση αυτού του μοναδικά αμερικάνικου “αθλήματος”…) και τη μέρα που δεν κάνει strike, απλά πεθαίνει. Είναι ο Αμερικάνος της αποβλάκωσης και της αποχής.
Πληρωμένοι τραμπούκοι, μηδενιστές τυχοδιώκτες, αξιολύπητοι πλούσιοι, μεγιστάνες της πορνοβιομηχανίας, φεμινίστριες υποκλοπείς υγειούς σπέρματος, ελιτιστές και παρακμιακοί «καλλιτέχνες», μπόουλερς ειρηνιστές, μπόουλερς παιδεραστές, μπάτσοι καλοπροαίρετοι, μπάτσοι εκνευρισμένοι, μπάτσοι με χιούμορ, σερίφηδες φασίστες, dude-ικοί σωφέρ και ευγενέστατα ηλίθιοι μπάτλερ, ντετέκτιβ wanna-be μπάτσοι, κυριλέ κοράκια και χαζοχαρούμενες πορνοστάρ, ολοκληρώνουν το μωσαϊκό της Αμερικής που παρουσιάζουν οι Κόεν. Η ιστορία και η πλοκή παίζουν απλά το ρόλο ενός άξονα σύνθεσης αυτού του μωσαϊκού, χωρίς να έχουν καμία ιδιαίτερη σημασία ή νόημα, όπως και στις περισσότερες, αν όχι σε όλες, τις ταινίες τους. Ακόμη κι ο αφηγητής της ιστορίας έχει μεγαλύτερη σημασία από την ίδια: ένας καουμπόης που φαίνεται να’ναι ο αντίστοιχος dude της Άγριας Δύσης (διαχρονική η χαλαρή αντιμετώπιση των πραγμάτων;) και παύει την αφήγηση για να συμβουλέψει τον dude (η συνείδησή του ίσως;)...
Από την ηθογραφία περνάμε στον «εκλαϊκευμένο» σουρρεαλισμό που επιστρατεύουν οι Κόεν στα όνειρα που βλέπει ο Dude όποτε δέχεται ένα γερό χτύπημα από γροθιά ή ένα υπνωτικό στο ποτό του. Ερχόμαστε σε άμεση επαφή με το χαοτικό υποσυνείδητο του αντι-ήρωα, διαμορφωμένο από τη σχιζοφρενική πραγματικότητα γύρω του. Είναι αδύνατη και ανούσια η περιγραφή αυτών των ασύλληπτων σκηνών. Ειδικά η μίνι-ταινία Gutterballs που ονειρέυται τον εαυτό του πρωταγωνιστή είναι από τους βασικούς λόγους που ο Μεγάλος Λεμπόφσκι έφτασε να γίνει μια από τις πραγματικά κάλτ ταινίες των τελευταίων δεκαετιών.
Όλα τα παραπάνω σε καμία περίπτωση δεν φτάνουν για να περιγράψουν την ιδιοφυϊα αυτής της ταινίας, αλλά είναι κι όλα τα υπόλοιπα που σου προκαλεί στην πρώτη ή και στη δέκατη θέασή της κι αυτό το γλυκόπικρο αίσθημα που πάντα σου αφήνει στο τέλος που δεν μπορούν να εκφραστούν με λόγια.
Κώστας – Χάρης – Χριστόφορος