Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα: David Lynch. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα: David Lynch. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

Mulholland Drive

MULHOLLAND DRIVE (2001)

Αν αναρωτηθήκατε ποτέ πώς λέγεται η οδός που περνάει μπροστά από το διάσημο σήμα του Hollywood, αυτή είναι η οδός Mulholland (drive). Η οδός που έχουν διασχίσει όλα τα μεγάλα ονόματα του αμερικάνικου εμπορικού κινηματογράφου και πολλά από αυτά κατοικούν σε αυτήν. Είναι η οδός που ονειρεύεται να διασχίσει κάθε νέος ηθοποιός, με την ελπίδα μιας ένδοξης καριέρας στο χώρο του χολιγουντιανού σινεμά. Είναι οδός στιγματισμένη και ταυτισμένη σε μεγάλο βαθμό με τα ίδια τα όνειρα, καθώς και τη ματαιοδοξία των ανθρώπων.

Το παιχνίδι κι ο πειραματισμός με το χώρο και το χρόνο που ξεκίνησε ο Lynch με το Lost Highway, συνεχίζει στο Mulholland Drive με μία προέκταση στο χωροχρόνο του υποσυνείδήτου. Και πλέον αυτό το παιχνίδι γίνεται μέσο και όχι αυτοσκοπός. Η μη-γραμμικότητα και η «ακαταλαβίστικη» (τουλάχιστον εκ πρώτης θέασης) ροή της ταινίας γίνονται το μέσο για τη μέγιστη δυνατή εμβάθυνση στους χαρακτήρες, τις επιθυμίες, και τα όνειρά τους.

Τα όνειρα προκύπτουν από εμπειρίες του παρελθόντος και μπλεγμένες εικόνες που έχουν «εγκλωβιστεί» στο υποσυνείδητο του ανθρώπινου εγκεφάλου και απελευθερώνονται κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ο τρόπος που αυτές οι εικόνες θα συνδυαστούν μεταξύ τους σε ένα όνειρο και ο ρόλος του κάθε προσώπου ή αντικειμένου στην ιστορία που δημιουργεί το ανθρώπινο μυαλό έχουν να κάνουν με τις επιθυμίες ή τους φόβους του καθένα. Αν μπορεί να βγει κάποιο συμπέρασμα από την ερμηνεία ενός ονείρου, αυτό αφορά μάλλον την καλύτερη ανάγνωση του παρελθόντος, παρά την πρόβλεψη του μέλλοντος, όπως ισχυρίζεται η επικρατούσα αντιεπιστημονική αντίληψη. Η μόνη επίδραση που μπορεί να έχει ένα όνειρο στο μέλλον είναι υποσυνείδητη και αφορά τις αποφάσεις του ανθρώπου, που με τη σειρά τους μπορεί να το επηρεάσουν.

Η σωστή ανάγνωση ενός ονείρου, λοιπόν, είναι ένας τρόπος κατανόησης εσωτερικών επιθυμιών, πόθων, αλλά και φόβων. Δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ ονείρου και εφιάλτη. Πράγμα που αναδεικνύει και ο Lynch στην ταινία. Κι επιπλέον, θολώνει και τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ονείρου, μνήμης και πραγματικότητας, ώστε να αναδείξει το ανθρώπινο υποσυνείδητο, όπου συνδέονται αυτά τα τρία και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους.

Η ταινία μοιάζει στο θεατή σαν αίνιγμα χωρίς λύση. Αναπόφευκτα όμως μπαίνει στη διαδικασία προσπάθειας λύσης του αινίγματος. Και η στιγμή που θα φτάσει να το λύσει είναι η ίδια στιγμή που θα καταλάβει γιατί ο Lynch επέλεξε αυτήν τη συγκεκριμένη σεναριακή δομή κι όχι μία απλή εξιστόρηση παρελθόντος – ονείρου – παρόντος, όπως συνήθως γίνεται. Η κινηματογραφική προσφορά του Lynch αυτή τη φορά δεν έχει να κάνει με την πρωτότυπη αντίληψη του χρόνου αλλά με την πρωτότυπη και πρωτοπόρα αντίληψή του για τον τρόπο σκηνοθεσίας του ονείρου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Χ.Θ.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2007

Χαμένη Λεωφόρος

LOST HIGHWAY (1997)

Ο κινηματογράφος είναι η γραφή της κίνησης. Η κίνηση, με τη σειρά της, αποτελεί μία μεταβολή του χώρου, πάντα όμως σε σχέση με το χρόνο. Στην ουσία, δηλαδή, ο κινηματογράφος είναι η τέχνη που είτε καταγράφει είτε αναπαριστά (το ένα δεν αποκλείει το άλλο) το χωροχρόνο. Η ουσιαστική του διαφορά με την τέχνη της φωτογραφίας ή της ζωγραφικής είναι ότι ο χώρος δεν αιχμαλωτίζεται μόνος του (στιγμιότυπο), αλλά μαζί με την χρονική του εξέλιξη (κίνηση). Και η τέχνη του θεάτρου ασχολείται με την κίνηση και την παρουσίαση ενός συγκεκριμένου χωροχρόνου. Δεν υπάρχει όμως η δυνατότητα καταγραφής και επεξεργασίας του. Μ’ αυτήν την έννοια, ο κινηματογράφος ίσως είναι πιο κοντά ως τέχνη στη λογοτεχνία, που περιγράφει και καταγράφει το χώρο και το χρόνο, παρά στο θέατρο.

Η απίστευτη δυνατότητα που έχει ο κινηματογραφιστής να «σμιλέψει», όπως λέει κι ο Α.Ταρκόφσκι, το χρόνο και να χρησιμοποιήσει ως εκφραστικό μέσο την ίδια την εξουσία του πάνω στο χώρο και το χρόνο, δυστυχώς, παρέμεινε ανεκμετάλλευτη, προκειμένου ο κινηματογράφος να γίνει όσο πιο προσιτός και εύπεπτος γίνεται. Ευτυχώς, ο κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του. Μία από αυτές είναι ο David Lynch. Στην επιβεβλημένη γραμμική αφήγηση μιας και μοναδικής ιστορίας, με αρχή-μέση-τέλος έρχεται το 1997 -δύο χρόνια μετά την κατάρριψη των πιο στέρεων και κατεστημένων κινηματογραφικών κανόνων από τον Λαρς φον Τριερ και τον Τόμας Βίντεμπεργκ (Δόγμα ’95)- να απαντήσει με τη Χαμένη Λεωφόρο, προσπαθώντας και τελικά καταφέρνοντας να καταρρίψει στην πράξη κάθε έννοια γραμμικότητας, συνέχειας και συνοχής. «Θέλω να θυμάμαι τα πράγματα όπως θέλω εγώ, κι όχι αναγκαστικά όπως πραγματικά συνέβησαν», λέει ο πρωταγωνιστής σε μία από τις πρώτες σκηνές της ταινίας, και προετοιμάζει το θεατή για τον τρόπο που θέλει να αφηγείται τα γεγονότα ο Lynch. Μπορούμε, από δω και πέρα να μιλάμε για έναν άλλο, καινούριο κινηματογράφο.

Ο χρόνος είναι υποκειμενικός. Εξαρτάται από το που βρίσκεσαι και με τι ταχύτητα κινείσαι. Κι ο κινηματογράφος είναι η μόνη τέχνη που μπορεί να το αναδείξει αυτό. Ο Lynch όχι απλά το αναδεικνύει, με τη Χαμένη Λεωφόρο, αλλά πειραματίζεται και με το μεταφυσικό ενδεχόμενο της αλληλεπίδρασης διαφορετικών μεταξύ τους χωροχρόνων. Κι όταν φτάσει ο ένας να καθορίζει τον άλλον, τότε η γραμμή του χρόνου έχει καμπυλωθεί τόσο πολύ ώστε να γίνει κύκλος.

Ενδεχομένως ο Lynch, σ’ αυτήν την ταινία, να μπορεί να κατηγορηθεί για φορμαλισμό. Για προσκόλληση δηλαδή στη φόρμα, στη μορφή, και άγνοια ή παράλειψη του περιεχομένου. Η μορφή που επιλέγει όμως να καταγράψει και να παρουσιάσει το χρόνο, τελικά φτάνει να γίνει το ίδιο το περιεχόμενο της ταινίας. Ένα μυστήριο, ένα αίνιγμα, που για να λυθεί πρέπει να γίνει εγκεφαλική αποκωδικοποίηση του μυαλού του σκηνοθέτη. Τελικά, δηλαδή, αυτός ο νέος κινηματογράφος, -που δυστυχώς, υπάρχουν πολύ λίγα δείγματά του- φτάνει να δημιουργήσει, αν αντιμετωπιστεί χωρίς προκαταλήψεις, και ένα νέο θεατή, που θα μπαίνει σε διαδικασίες σκέψης και συζήτησης πρωτόγνωρες για αυτόν, σε σχέση με τις επιδράσεις άλλων μορφών τέχνης ή του κλασικού γραμμικού κινηματογράφου.

Καλώς ήρθατε στον κινηματογραφικό κόσμο του David Lynch.

Χ.Θ.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 13, 2007

Ατίθαση Καρδιά

WILD AT HEART (1990) (ΑΤΙΘΑΣΗ ΚΑΡΔΙΑ)

 

(κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη* για την ταινία)

 

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 Η καρδιά είναι πάντα ατίθαση. Δεν είναι δυνατόν να τιθασεύσει κανείς τα συναισθήματά του και να πει, ας πούμε, αυτήν ή αυτόν πρέπει να τον ερωτευτώ, και αφού τον ερωτευτώ, κάθε Κυριακή και γιορτή πρέπει να ανεβάζω τη θερμοκρασία της «φλόγας της καρδιάς μου» κατά δέκα βαθμούς Κελσίου, γιατί ο έρωτας είναι μια εορταστική υπόθεση που μας απομακρύνει από την καθημερινότητα.

Προγραμματισμένος ή προγραμματικός έρωτας δεν υπάρχει, και γι’ αυτό κανένα κομπιούτερ δε θα μας δώσει ποτέ σωστές πληροφορίες για τον ποιον και πότε θα ερωτευτούμε. Ο έρωτας είναι ένας απρόσκλητος μουσαφίρης που στρώνεται στο τραπέζι της καρδιάς σου και καταβροχθίζει με βουλιμία τα πάντα, μέχρι ψίχουλο, αδιαφορώντας τόσο για τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς, όσο και για τους κανόνες της υγιεινής διατροφής.

Ο έρωτας τρέφεται με ό,τι βρει. Κι όλα τα τρώει ωμά και με το αίμα –σενιάν, που λέμε. Ο έρωτας είναι ένας ανθρωποφάγος Αφρικανός που, ωστόσο, αρέσκεται να τρώει σε γαλλικό ρεστοράν πολυτελείας. Η καλή συσκευασία ενός καλού κορμιού και το καλό σερβίρισμα ενός πεπειραμένου μετρ είναι ό,τι χρειάζεται για να σου ανοίξει η όρεξη. Αλλά άπαξ και σου ανοίξει δε θα κλείσει παρά μόνο όταν φας και τις σάρκες σου.

Ο έρωτας είναι και ανθρωποφαγικός και αυτοανθρωποφαγικός. Τρως και τρώγεσαι, και στο ενεργητικό και στο μέσο και στο παθητικό ρήμα. Προσφέρεσαι στον άλλο προς βρώσιν την ίδια στιγμή που τον καταβροχθίζεις. Και αφού τον καταβροχθίσεις καλά καλά και διαπιστώσεις πως δεν έχεις να φας τίποτα πλέον, τρως τις σάρκες σου και επιτέλους ησυχάζεις πέφτοντας μέσα στην τρύπα του απόλυτου κενού.

Συνεπώς, χρειάζονται δύο στον έρωτα, προκειμένου να φάει ο ένας τον άλλον. Που θα εγκαταλείψουν την πανδαισία, αφού γλείψουν και το τελευταίο κοκκαλάκι. Και η ιστορία θα επαναληφθεί και δυο και χίλιες δυο φορές ανάλογα με την ποιότητα των κυττάρων της ψυχής.

Να’ ναι άραγε ο έρωτας αυτό που λέει ο Πλάτων στο Συμπόσιο; Μια επιθυμία δηλαδή να ξαναβρούμε το για πάντα χαμένο Ανδρόγυνο, όπως ήταν ο άνθρωπος πριν ο Θεός ή όποιος άλλος ανόητος αποφασίσει να κατασκευάσει τη γυναίκα από παϊδάκια του άντρα, με συνέπεια η πληγή από τα παϊδάκια που λείπουν να πονάει συνέχεια;

Δυο σώματα που κάνουν έρωτα κουβαριασμένα πάνω στο κρεβάτι εκδηλώνουν την επιθυμία τους να επουλώσουν τις πληγές που άφησε εκείνη η άστοχη η θεϊκή χειρουργική επέμβαση, δια της οποίας η Εύα εμφανίστηκε στον παράδεισο, καταρχάς υπό μορφή μπριζόλας.

Τα’ παμε: ο έρωτας τρώει όπως λάχει. Και με τα δάχτυλα. Ως γνήσιος χωρικός. Η καλή συμπεριφορά δεν είναι για ερωτευμένους. Κανένας άνθρωπος με καλή αγωγή, αποκτημένη κυρίως στο κατηχητικό, δεν χρησιμοποιεί τα όργανα του σώματός του με τρόπο μη ευπρεπή. Και θα ήταν δύσκολο να πείσεις έναν παπά πως και συ των αχράντων μυστηρίων της φύσεως μεταλαμβάνεις όταν ανοίγεις διάπλατα το στόμα σου για να πέσει μέσα η όστια απ’ το άλλο σώμα ή όταν αγωνίζεσαι ματαίως να φτάσεις και να φιλήσεις το καλά κρυμμένο αβγό που ενδέχεται να κλείνει ήδη μέσα του έναν άνθρωπο.

Όλες οι θρησκείες αρχίζουν και τελειώνουν στο κρεβάτι, και όλα τα κρεβάτια είναι βωμοί και θυσιαστήρια. Σε κρεβάτι γεννιόμαστε, σε κρεβάτι πεθαίνουμε (συνήθως) και σε κρεβάτι πασχίζουμε να διαιωνίσουμε το είδος, ακόμα κι όταν δεν έχουμε καμία πρόθεση να κάνουμε αυτό το θεάρεστο έργο, αλλά απλώς αφηνόμαστε να πιαστούμε στην παγίδα που έχει μόνιμα στημένη η φύση, προκειμένου να μην καταστραφεί ως φύση, ύστερα μάλιστα από τόσους και τόσους αιώνες που πάσχιζε με τη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους, να φτιάξει το αριστούργημά της, τον άνθρωπο. Αν, λοιπόν, Θεός είναι η φύση, τότε κάθετί το φυσικό είναι θεϊκό.

Ο Ζορζ Μπατάιγ σπρώχνει παραπέρα την άποψη του Πλάτωνα, σύμφωνα με την οποία ο έρωτας είναι μια επιθυμία ολοκλήρωσης με την επαναφορά μας στο αρχέτυπο της ιδέας του ανθρώπου, πριν αυτός χωριστεί στα δύο, και γίνει άντρας και γυναίκα. Κατά τον Μπατάιγ, ο έρωτας είναι μια απόπειρα επανένταξης στην ηρεμία του κοσμικού χάους, τότε που δεν υπήρχε καμιά μορφή ζωής εντός του και συνεπώς δε θα μπορούσε να γίνει λόγος για ευτυχία ή δυστυχία, για ζωή ή θάνατο.

Ο οργασμός που λέγεται και «μικρός θάνατος», γιατί σ’αυτόν χάνουμε πρόσκαιρα τη συνείδησή μας, είναι μια εμπειρία εκείνου που πρόκειται να μας συμβεί. Κι αυτό που πρόκειται να μας συμβεί με το θάνατο, είναι η επαναφορά στην κατάσταση του κοσμικόυ χάους, όπου και θα παραμείνουμε υπό μορφήν ανόργανης ύλης, μέχρι μια καινούρια Μεγάλη Έκρηξη να ξαναφτιάξει το Σύμπαν, όχι κατ’ ανάγκην με βάση το σημερινό μοντέλο.

Φοβούνται, λοιπόν, τον οργασμό αυτοί που φοβούνται το θάνατο. Χρειάζεται θάρρος για να πεθάνεις και για να κάνεις έρωτα ως μελλοθάνατος. Για να μπορείς να ερωτεύεσαι με πληρότητα και ένταση, πρέπει να έχεις βαθιά συνείδηση της θνητότητάς σου.

Οι θρησκευόμενοι, ας ερωτευτούν το Θεό τους. Αν μάλιστα τον ερωτευτούν με γνήσιο πάθος όπως η Αγία Καικιλία, ας πούμε, ενδέχεται να αφήσουν στην ησυχία μας εμάς τους υπόλοιπους, που ψάχνουμε το ιερό μέσα απ’ το βέβηλο. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχουμε σκοπό να διαπραγματευτούμε με τους παπάδες τον τρόπο της σωτηρίας της ψυχής μας. Εμείς βαδίζουμε προς τον τάφο με ένα βέλος μονίμως καρφωμένο στην καρδιά. Κι αν το αίμα που τρέχει από την καρδιά ενός βαριά ερωτευμένου δεν μπορεί να τους συγκινήσει, τότε λένε ψέματα όταν ισχυρίζονται πως τους συγκινεί το αίμα του πεθαμένου Θεού τους που πέθανε για λογαριασμό τους. Όμως εσείς αγαπητοί μου, θα μπορούσατε να πεθάνετε για λογαριασμό του; Εσείς, που τρέμετε το «μικρό θάνατο», πώς θα ήταν δυνατόν να αντέξετε το μεγάλο; Λοιπόν, γίνετε πρώτα οργασμικοί και μετά τα ξαναλέμε.

Απ’ τα παραπάνω συνάγεται πως ο έρωτας ή είναι τρελός ή δεν είναι έρωτας. Έρωτας σε υγιεινές αναλογίες δεν νοείται. Ο ολίγον ερωτευμένος είναι σαν την ολίγον έγκυο. Η έγκυος ενός λεπτού, σε εννιά μήνες ή θα έχει γίνει εντελώς έγκυος εννιά μηνών ή θα έχει αποβάλλει στο μεταξύ. Μπορεί, βέβαια, να κάνει και έκτρωση. Αλλά και τον έρωτα μπορείς να τον αποβάλεις με έκτρωση αν θέλεις, για λόγους ψυχικής υγείας και εφόσον το έμβρυο δεν έχει αγκιστρωθεί για τα καλά στη μήτρα.

Να μια δοκιμασμένη συνταγή της γιαγιάς για να αποβάλει τον έρωτά σας, εφόσον δεν μπορείτε να αφεθείτε στη θεία τρέλα του: φανταστείτε τον άνθρωπο με τον οποίο είστε ερωτευμένος σε κατάσταση ακατάσχετης διάρροιας. Τόσο ακατάσχετης, που να του είναι αδύνατο να βγει απ’ την τουαλέτα και να’ ρθει στο κρεβάτι. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας θα εξαρτηθεί από τη δύναμη της φαντασίας σας και από το μήνα της εγκυμοσύνης σας.

Η ταινία του Ντέιβιντ Λιντς Ατίθαση Καρδιά είναι η πιο σωστά ερωτική ταινία που έχω δει ποτέ. Προσοχή, δεν λεω η πιο καλή, λέω η πιο σωστή, δηλαδή η περισσότερο σύμφωνη με τις θεωρητικές περί έρωτα απόψεις που ξεκινούν από τον Πλάτωνα και φτάνουν στον Μπατάιγ, με άπειρους ενδιάμεσους σταθμούς απιβεβλημένους από το γεγονός πως ο έρωτας είναι μια ιδιοπαθής ασθένεια, όπως λέμε τις αρρώστιες στις οποίες ο γιατρός δεν μπορεί να επισημάνει λογικά αίτια.

Κι αν εμείς περιορίζουμε την περί έρωτος θεωρία στα βασικά οριακά της σημεία, το κάνουμε για λόγους μεθοδολογικούς. Καμιά θεωρία, άλλωστε, δεν μπορεί να ερμηνεύσει πλήρως τα απ’ αυτήν προβλεπόμενα. Είναι, λοιπόν, σωστά ερωτική ταινία Η ατίθαση καρδιά καταρχήν γιατί οι καρδιές εδώ δεν είναι απλώς ατίθασες, αλλά εντελώς αλήτικες.

Φυσικά, και δύο αλήτες θα μπορούσαν να ερωτευτούν εώς θανάτου. Και μάλιστα ο δικός τους έρωτας, που αρνείται να μπει σε σαλόνι, θα ήταν δυνατό να τους εξευτελίσει όλους τους σαλονίστικους έρωτες αν τελικά το αποφάσιζε να τους εξευτελίσει μπαίνοντας στο σαλόνι. Έτσι κι αλλιώς, άλλωστε, ο ενδεδειγμένος για τον έρωτα χώρος δεν είναι το σαλόνι, αλλά η κρεβατοκάμαρα, κι όποιοι τον περιορίζουν στο σαλόνι, μάλλον το αυτοσυνοικέσιο έχουν στο νου τους παρά τον έρωτα. Ίσως και το σεξ, αλλά εμείς εδώ δε μιλάμε για το σεξ, μιλάμε για τον έρωτα. Που για να είναι πλατωνικός, δεν μπορεί παρά να είναι και σεξουαλικός.

Αποτελεί τεράστια και διαρκή παρανόηση ο λεγόμενος «πλατωνικός έρωτας» που ουδεμία σχέση έχει με τον Πλάτωνα. Ο Πλάτων δεν απέρριπτε τη σεξουαλικότητα. Απλώς, τη χρησιμοποιούσε, ας πούμε, σαν βατήρα για να εκτιναχτεί ο ερωτευμένος και να φτάσει στην περιοχή των ιδεών.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η απλή, η τρέχουσα, η καθημερινή σεξουαλικότητα, αποτελεί προϋπόθεση και όρον αναγκαίο για να υπάρξει «πλατωνικός έρωτας» και όχι το αντίθετο, όπως προσποιούνται όλες οι μιξοπαρθένες, που είναι αδύνατο να ανοίξουν τα πόδια τους πριν τους ανοίξεις την καρδιά σου.

Τι να τους πεις; Να τους πεις να διαβάσουν Πλάτωνα; Και πώς ν’ αφήσουν το Βίπερ Νόρα για να διαβάσουν Πλάτωνα; Τουλάχιστον ας δουν αυτήν τη σπουδαία ταινία.

Θα τις μάθει πως ο έρωτας στηρίζεται γερά στο θάνατο και τη βαρβαρότητα, και πως ο σκοπός της ύπαρξής του είναι να νικάει το θάνατο και να ξεπερνάει τη βαρβαρότητα.

 

*:Ο Βασίλης Ραφαηλίδης αποφοίτησε από τη Κινηματογραφική Σχολή Σταυράκου και δούλεψε ως βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη, ενώ το 1963 γύρισε δύο ταινίες μικρού μήκους. Την ίδια χρονιά πρωτοεμφανίζεται ως κινηματογραφικός κριτικός στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», ενώ το 1965 γίνεται επαγγελματίας κριτικός στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή», μαζί με το Θόδωρο Αγγελόπουλο. Το 1966 μαζί με τον Αλέξη Γρίβα εκδίδει το περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος» που κλείνει με τη χούντα. Μετά από την αποφυλάκισή του, το 1968, εκδίδει με το Θ.Αγγελόπουλο και άλλους νέους σκηνοθέτες το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» και το διευθύνει μέχρι το 1973. Εν τω μεταξύ από το 1963 ως το 1985 διδάσκει στην Επαγγελματική Σχολή Κινηματογράφου (Σταυράκου) και σε πολλά κινηματογραφικά σεμινάρια. Από το 1974 μέχρι το 1983 δουλεύει ως κινηματογραφικός κριτικός και ρεπόρτερ στην εφημερίδα «Το Βήμα» κι από το 1983 μέχρι το 1998 ως κινηματογραφικός κριτικός, σχολιογράφος και επιφυλλιδογράφος. Πέθανε το Σεπτέμβρη του 2000, έχοντας προλάβει όμως να γράψει τα εξής σπουδαία βιβλία: Πέρα από τον κινηματογράφο, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, Οι λαοί των Βαλκανίων, Λαοί της Ευρώπης, Οι λαοί της Μέσης Ανατολής, (Μυθ)ιστορία των βάρβαρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων, Στοιχειώδης αισθητική, 12 μαθήματα για τον κινηματογράφο (απομαγνητοφωνημένα σεμινάρια), 20 κείμενα για 127 αιρέσεις, Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι, Επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα, Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού, Καπιταλισμός - η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2007

Eraserhead

Eraserhead (1977)

          Με την πρώτη του ταινία ο David Lynch κατάφερε να προσφέρει στον παγκόσμιο κινηματογράφο μια από τις καλύτερες ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ. Συνδυάζοντας άψογα δυο από τις κορυφαίες σχολές του ευρωπαϊκού cinema (γερμανικός εξπρεσιονισμός και γαλλικός-ισπανικός σουρεαλισμός) , οι οποίες αποτέλεσαν γενικότερη επιρροή του, καταφέρνει να συνθέσει το παζλ της ψυχογράφησης των ανθρώπων μιας κοινωνίας με κύρια χαρακτηριστικά την αποξένωση και την απουσία συναισθημάτων.

 Έντονα είναι τα αυτοβιογραφικά στοιχεία μέσα στην ταινία. Ο Lynch εμπνευσμένος από τα νεανικά του χρόνια που έζησε στη Φιλαδέλφεια τοποθετεί τον πρωταγωνιστή του (Henry), ο οποίος είναι η προσωποποίηση της εργατικής τάξης της Αμερικής του '70 αλλά και του ίδιου του Lynch(το κούρεμα του θυμίζει αρκετά το σκηνοθέτη) σε ένα έρημο, αστικό και σχεδόν σάπιο τοπίο. Η σχέση του Henry με την "εκλεκτή" του (Mary X) θα οδηγήσει στη γέννηση ενός ανεπιθύμητου μωρού (όπως είχε συμβεί και στον ίδιο τον Lynch).Η ύπαρξη του μωρού σε μορφή τέρατος λειτουργεί καταλυτικά στο διαπιστώσουμε τις συνέπειες μιας απρόσωπης σχέσης και ποια μπορεί να είναι τα "δημιουργήματά" της. Η Mary Χ ανίκανη να αναλάβει τις ευθύνες που τις αναλογούν παρατάει τον Henry με τον μωρό, αφήνοντάς τον μέσα στα όνειρα και τις φαντασιώσεις του. Πώς θα καταφέρει τελικά ο Henry να ξεφύγει από την όλη κατάσταση; Δηλαδή από την ίδια του τη ζωή;

  Ουσιαστικά ο σκηνοθέτης με βάση τον σουρεαλισμό και εικόνες απευθείας από το υποσυνείδητο του πρωταγωνιστή προσπαθεί να μας δείξει την αντίδραση των ανθρώπων όταν ασφυκτιούν από τις κοινωνικές δομές και από την καταπίεση που αυτές μας προκαλούν. Όμως το μεγαλείο του Lynch εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν προσπαθεί να δώσει καμιά απάντηση .Απλώς θέτει τα ερωτήματα και με τις σουρεαλιστικές του εικόνες

 και τα εξπρεσιονιστικά του σκηνικά αφήνει εμάς να βρούμε την άκρη στο λαβύρινθο της ανθρώπινης ψυχής. Ακριβώς για αυτό το λόγο δεν θέλει ο ίδιος να μιλάει για την επεξήγηση της ταινίας.

          Ό ίδιος ο σκηνοθέτης έχει χαρακτηρίσει την ταινία ως "ένα όνειρο σκοτεινών και ανησυχαστικών καταστάσεων". Είναι ο εφιάλτης που ζούμε όλοι μας στην σύγχρονη αστικοποιημένη κοινωνία. Μια κοινωνία εγκαταλειμμένη από τους ίδιους τους πολίτες της ,μες την οποία τελικά ζουν τα νεκρά συναισθήματα και οι ανούσιες διαπροσωπικές σχέσεις έχοντας ως μουσική υπόκρουση τους εκκωφαντικούς θορύβους μιας συνεχώς "αναπτυσσόμενης" κοινωνίας.

                                                                                                                                                                                                                                    Π.Π.